συντονίζω

συντονίζω
Ν [σύντονος]
1. κάνω κάτι να συμφωνήσει με κάτι άλλο ως προς τον τόνο ή τον ρυθμό
2. κάνω κάτι να συμφωνήσει με κάτι άλλο, εναρμονίζω («η αντιπολίτευση πρέπει να συντονίσει τις προσπάθειές της»)
3. (ειδικά) διευθύνω συζήτηση με πολλούς ομιλητές.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • συντονίζω — συντονίζω, συντόνισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συντονίζω — συντόνισα, συντονίστηκα, συντονισμένος, εναρμονίζω, κάνω κάτι να συμφωνήσει με κάτι άλλο: Δεν μπόρεσαν να συντονιστούν στο τραγούδι. – Συντονίστηκαν τα πυρά της αεροπορίας και του πυροβολικού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συντονισμός — Φαινόμενο κατά το οποίο, όταν ένα σύστημα υφίσταται μια εξωτερική περιοδικά μεταβαλλόμενη δράση θέτεται σε παλμική κίνηση με εύρος τόσο μεγαλύτερο, όσο η συχνότητα της εξωτερικής δράσης πλησιάζει προς τη συχνότητα με την οποία θα ταλαντώνονταν το …   Dictionary of Greek

  • συν- — και με τις μορφές συ , συγ , συμ , συλ και συρ , ΝΜΑ α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στην πρόθεση σύν*. Η πρόθεση σύν εν συνθέσει, πριν από τα χειλικά σύμφωνα β, μ, π, φ, ψ, τρέπει το ν σε μ (πρβλ. συμ βάλλω …   Dictionary of Greek

  • συντονιστής — ο, θηλ. συντονίστρια, Ν [συντονίζω] 1. πρόσωπο που συντονίζει διάφορες ενέργειες («ο συντονιστής τής συζήτησης τους υπενθύμισε ότι η ώρα είχε περάσει») 2. (ηλεκτρον.) όργανο που χρησιμοποιείται για συντονισμό ραδιοφωνικών κυκλωμάτων …   Dictionary of Greek

  • συντονιστικός — ή, ό, Ν [συντονίζω] αυτός που συντονίζει, που ρυθμίζει διάφορες ενέργειες («συντονιστική επιτροπή») …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”